Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018

Ανακάλυψη στην Πομπηία: Στο φως τοιχογραφία με τον έρωτα του Δία και της Λήδας!

Μια σπάνιας ομορφιάς τοιχογραφία που αναπαριστά την ερωτική συνεύρεση της βασίλισσας της
Σπάρτης Λήδας με τον Δία, μεταμορφωμένο σε κύκνο, ήρθε στο φως στην Πομπηία σχεδόν κατά τύχη. Η νωπογραφία αποδίδει την ιστορία από την ελληνική μυθολογία, σύμφωνα με την οποία ο Δίας είναι ο πατέρας της Ωραίας Ελένης, αλλά και των Διόσκουρων, Κάστορα και Πολυδεύκη.

Η ιστορία της εγκυμοσύνης της Σπαρτιάτισσας βασίλισσας από τον Δία, που για να την κατακτήσει μεταμορφώθηκε σε κύκνο ήταν από τις πιο δημοφιλείς στην Πομπηία και στον Ερκολάνο, τις δύο πόλεις που καταστράφηκαν το 79 μ.Χ. μετά τη έκρηξη του ηφαιστείου του Βεζούβιου.

Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους που έκαναν την ανακάλυψη πρόκειται για εξαιρετικής ομορφιάς και τεχνικής τοιχογραφία η οποία αναπαριστά τη Λήδα να κοιτάζει προς το μέρος οποιουδήποτε εισερχόταν στην κρεβατοκάμαρα.

Τα χρώματα της τοιχογραφία είναι αξιοσημείωτα ζωντανά και το έργο ήρθε στο φως όταν στη διάρκεια εργασιών συντήρησης και ενίσχυσης των αρχαίων δομών έπειτα από ισχυρές βροχοπτώσεις, κατέρρευσαν κάποια από τα ερείπια.

Η Λήδα και ο Κύκνος - Πομπηία

Ο διευθυντής του αρχαιολογικού χώρου της Πομπηίας Μάσιμο Οσάνα εξηγεί ότι αυτό που κάνει το συγκεκριμένο ζωγραφικό έργο να ξεχωρίζει είναι «ο αισθησιακός τρόπος που η Λήδα κοιτάζει τον θεατή της», ενώ ερωτοτροπεί με τον κύκνο. Όπως σημειώνει, η νωπογραφία αυτή εκφράζει απόλυτα «τον ελληνικό μύθο για τον έρωτα, με τόσο ξεκάθαρο αισθησιασμό, που κανείς συνειδητοποιεί ότι σε αυτό το δωμάτιο, εκτός από τον ύπνο, η ερωτική συνεύρεση ήταν η μόνη δραστηριότητα».

Εκτιμούν ότι ο ζωγράφος είχε εμπνευστεί από γλυπτό του Τιμόθεου, καλλιτέχνη του 4ου π.Χ. αιώνα.

Στο ίδιο οίκημα πριν από μερικούς μήνες είχε ανακαλυφθεί ακόμη μία νωπογραφία εξίσου μεγάλης ομορφιάς και καλλιτεχνικής αξίας.

Οι εκτιμήσεις των αρχαιολόγων είναι ότι το κτίριο αυτό ήταν η κατοικία κάποιου πλούσιου εμπόρου, που τη διακόσμησε με νωπογραφίες με μυθολογικά θέματα.

Για να διασωθούν από τις καιρικές συνθήκες, οι αρχαιολόγοι εξετάζουν το ενδεχόμενο να απομακρύνουν τις τοιχογραφίες και να τις στεγάσουν κάπου «όπου θα είναι προστατευμένες και θα μπορεί να τις απολαύσει το κοινό».